venule
ve
ˈvɛ
βε
nule
nu:l
νουλ
/vˈɛnjuːl/

Ορισμός και σημασία του "venule"στα αγγλικά

01

φλεβίο, μικρή φλέβα

a small blood vessel that carries deoxygenated blood from capillaries to larger veins
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
venules
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store