venality
ve
vɪ
vi
na
ˈnæ
nā
li
lɪ
li
ty
ti
ti
fatalitybanalitymutualitysexuality

Ορισμός και σημασία του "venality"στα αγγλικά

01

διαφθορά

the willingness to do something that is immoral or dishonest for money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The politician’s venality was evident when he accepted bribes to influence his decisions. 

Η διαφθορά του πολιτικού ήταν εμφανής όταν δέχτηκε δωροδοκίες για να επηρεάσει τις αποφάσεις του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

venality
venal
ven
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store