venality
Pronunciation
/vɪˈnæɫɪti/

Ορισμός και σημασία του "venality"στα αγγλικά

01

διαφθορά

the willingness to do something that is immoral or dishonest for money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The businessman 's venality tarnished his reputation when he was caught embezzling funds.
Η διαφθορά του επιχειρηματία έσπιλωσε τη φήμη του όταν πιάστηκε να υπεξαιρεί χρήματα.

Λεξικό Δέντρο

venality
venal
ven
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store