vaunt
vaunt
vɔ:nt
vawnt
vault

Ορισμός και σημασία του "vaunt"στα αγγλικά

01

αλαζονεία, καύχημα

boastful or exaggerated praise of oneself or one's achievements 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vaunts
Παραδείγματα
His speech was little more than a vaunt of his past successes. 

Η ομιλία του δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια αλαζονεία των προηγούμενων επιτυχιών του.

to vaunt
01

καυχιέμαι, επιδεικνύομαι

to speak or behave in a boastful or showy way 
Transitive: to vaunt sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vaunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
vaunts
ενεστώτα μετοχή
vaunting
απλός αόριστος
vaunted
παθητική μετοχή
vaunted
Παραδείγματα
He vaunted his skills as the best in the business. 

Αυτός επηρυθίαζε τις δεξιότητές του ως τις καλύτερες στην επιχείρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store