Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vaunt
01
αλαζονεία, καύχημα
boastful or exaggerated praise of oneself or one's achievements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vaunts
Παραδείγματα
Their victory parade was a public vaunt of power.
Η παρέλαση νίκης τους ήταν μια δημόσια επίδειξη δύναμης.
to vaunt
01
καυχιέμαι, επιδεικνύομαι
to speak or behave in a boastful or showy way
Transitive: to vaunt sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vaunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
vaunts
ενεστώτα μετοχή
vaunting
απλός αόριστος
vaunted
παθητική μετοχή
vaunted
Παραδείγματα
They vaunted their achievements at every opportunity.
Αυτοί επιδείκνυαν τα επιτεύγματά τους σε κάθε ευκαιρία.



























