Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
varied
01
ποικίλος, διαφορετικός
including or consisting of many different types
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most varied
συγκριτικός βαθμός
more varied
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His interests were varied, including sports, music, and literature.
Τα ενδιαφέροντά του ήταν ποικίλα, συμπεριλαμβανομένων των αθλημάτων, της μουσικής και της λογοτεχνίας.
02
ποικίλος, διαφορετικός
showing a wide range of differences
Παραδείγματα
Students come from varied socioeconomic conditions.
Οι μαθητές προέρχονται από διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
unvaried
variedness
varied
vary



























