bleb
bleb
blɛb
bleb
plebebbrebweb

Ορισμός και σημασία του "bleb"στα αγγλικά

01

φουσκάλα γεμάτη ορρό, ορρογόνο φουσκάλα

(pathology) an elevation of the skin filled with serous fluid 
bleb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blebs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blebby
bleb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store