Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to valuate
01
αξιολογώ, εκτιμώ
to determine the worth or importance of something
Transitive: to valuate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
valuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
valuates
ενεστώτα μετοχή
valuating
απλός αόριστος
valuated
παθητική μετοχή
valuated
Παραδείγματα
The real estate agent will valuate the property before listing it on the market.
Ο μεσίτης ακινήτων θα αξιολογήσει την ιδιοκτησία πριν την καταχωρίσει στην αγορά.
Λεξικό Δέντρο
devaluate
valuation
valuator
valuate
value



























