to valuate
va
ˈvæ
luate
ljueɪt
lyooeit

Ορισμός και σημασία του "valuate"στα αγγλικά

to valuate
01

αξιολογώ, εκτιμώ

to determine the worth or importance of something 
Transitive: to valuate sth
to valuate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
valuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
valuates
ενεστώτα μετοχή
valuating
απλός αόριστος
valuated
παθητική μετοχή
valuated
Παραδείγματα
The real estate agent will valuate the property before listing it on the market. 

Ο μεσίτης ακινήτων θα αξιολογήσει την ιδιοκτησία πριν την καταχωρίσει στην αγορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

devaluate
valuation
valuator
valuate
value
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store