Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to valuate
01
αξιολογώ, εκτιμώ
to determine the worth or importance of something
Transitive: to valuate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
valuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
valuates
ενεστώτα μετοχή
valuating
απλός αόριστος
valuated
παθητική μετοχή
valuated
Παραδείγματα
Investors carefully valuate stocks before deciding where to allocate their funds.
Οι επενδυτές αξιολογούν προσεκτικά τις μετοχές πριν αποφασίσουν πού θα διαθέσουν τα κεφάλαιά τους.
Λεξικό Δέντρο
devaluate
valuation
valuator
valuate
value



























