Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Valetudinarian
01
ασθενής, υποχονδριάκος
a person who is weak or frequently ill, often excessively concerned with their health
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
valetudinarians
Παραδείγματα
He became a valetudinarian after years of minor illnesses.
Έγινε ένας ασθενής μετά από χρόνια μικρών ασθενειών.
valetudinarian
01
υποχονδριακός, υπερβολικά ανησυχητικός για την υγεία του
a person who is excessively concerned about their health and often believes they are ill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most valetudinarian
συγκριτικός βαθμός
more valetudinarian
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The valetudinarian approach to wellness often results in unnecessary medical tests and consultations.
Η υποχονδριακή προσέγγιση της ευεξίας συχνά οδηγεί σε περιττές ιατρικές εξετάσεις και συμβουλές.



























