vagabond
va
ˈvæ
ga
bond
bɒnd
bond

Ορισμός και σημασία του "vagabond"στα αγγλικά

01

αλήτης, νομάς

a wanderer who has no settled place to live and travels from place to place 
vagabond definition and meaning
Παραδείγματα
The vagabond moved through the streets, carrying all his belongings in a small bag. 

Ο αλήτης κινούνταν στους δρόμους, κουβαλώντας όλα τα υπάρχοντά του σε μια μικρή τσάντα.

02

αλήτης, νομάς

anything that resembles a vagabond in having no fixed place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vagabonds
to vagabond
01

περιφέρομαι, περιπλανιέμαι

move about aimlessly or without any destination, often in search of food or employment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
vagabond
γ΄ ενικό πρόσωπο
vagabonds
ενεστώτα μετοχή
vagabonding
απλός αόριστος
vagabonded
παθητική μετοχή
vagabonded
01

περιπλανώμενος, νομαδικός

continually changing especially as from one abode or occupation to another 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vagabond
συγκριτικός βαθμός
more vagabond
διαβαθμίσιμο
02

περιπλανώμενος, αλήτης

wandering aimlessly without ties to a place or community 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store