Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
utmost
01
υψηλότερος, ανώτατος
signifying the highest degree or level of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team worked with utmost diligence to ensure the success of the project.
Η ομάδα εργάστηκε με την μεγαλύτερη επιμέλεια για να εξασφαλίσει την επιτυχία του έργου.
02
ακραίος, τελικός
referring to the furthest or most extreme point or location
Παραδείγματα
The explorers finally reached the utmost point of the North Pole after months of harsh travel.
Οι εξερευνητές έφτασαν τελικά στο απώτατο σημείο του Βόρειου Πόλου μετά από μήνες σκληρού ταξιδιού.
Utmost
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He tried his utmost to complete the project on time.
Έκανε το μέγιστο δυνατό για να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.



























