utilize
u
ˈju:
γου
ti
τα
lize
ˌlaɪz
λαιζ
/ˈjuːtɪˌlaɪz/
utilise

Ορισμός και σημασία του "utilize"στα αγγλικά

to utilize
01

χρησιμοποιώ, αξιοποιώ

to put to effective use
Transitive: to utilize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
utilize
γ΄ ενικό πρόσωπο
utilizes
ενεστώτα μετοχή
utilizing
απλός αόριστος
utilized
παθητική μετοχή
utilized
Παραδείγματα
Businesses can utilize social media platforms to reach a wider audience and engage with customers.
Οι επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις πλατφόρμες κοινωνικών μέσων για να προσελκύσουν ένα ευρύτερο κοινό και να αλληλεπιδράσουν με τους πελάτες.

Λεξικό Δέντρο

utilizable
utilized
utilizer
utilize
util
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store