urchin
ur
ˈɜr
ēr
chin
ʧən
chēn
/ˈɜːt‍ʃɪn/

Ορισμός και σημασία του "urchin"στα αγγλικά

01

ατακτοπαίδι, κακομαθημένο παιδί

a mischievous or ragged child
urchin definition and meaning
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
urchins
Παραδείγματα
He gave the urchin a dirty look after the prank.
Έριξε μια βρώμικη ματιά στο ατακτο παιδί μετά τη φάρσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store