Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Urbanity
01
αστικότητα, εξευγενισμένη ευγένεια
a refined politeness and sophistication in behavior and manner
Παραδείγματα
Young diplomats were often advised to emulate the urbanity of their experienced counterparts.
Συχνά συμβουλευόταν οι νέοι διπλωμάτες να μιμηθούν την κομψότητα των έμπειρων συναδέλφων τους.
02
αστικότητα, αστική ζωή
the distinct qualities or characteristics of life within a city or town
Παραδείγματα
The film captured the unique urbanity of Tokyo, blending tradition with cutting-edge modernity.
Η ταινία κατέγραψε τη μοναδική αστικότητα του Τόκιο, συνδυάζοντας παράδοση με αιχμηρό μοντερνισμό.
Λεξικό Δέντρο
urbanity
urban



























