uptight
up
ˈʌp
ap
tight
taɪt
tait
upright

Ορισμός και σημασία του "uptight"στα αγγλικά

01

τεντωμένος, νευρικός

overly tense or anxious in various situations 
uptight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uptight
συγκριτικός βαθμός
more uptight
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sarah is always uptight before exams, constantly worrying about her grades. 

Η Σάρα είναι πάντα νευρική πριν από τις εξετάσεις, ανησυχώντας συνεχώς για τους βαθμούς της.

Λεξικό Δέντρο

uptight
tight
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store