upsurge
up
ˈʌp
απ
surge
ˌsɜrʤ
σερρτζ
/ˈʌpsɜːd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "upsurge"στα αγγλικά

01

αύξηση, έξαρση

an abrupt increase in strength, number, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upsurges
Παραδείγματα
The community experienced an upsurge in volunteer participation for local charity events.
Η κοινότητα γνώρισε μια αύξηση στη συμμετοχή εθελοντών για τα τοπικά φιλανθρωπικά γεγονότα.
02

αύξηση, κύμα

a sudden, powerful, and forceful movement or flow of something
Παραδείγματα
A sudden upsurge in the tide flooded the coastal streets.
Μια ξαφνική άνοδος της παλίρροιας πλημμύρισε τις παράκτιες οδούς.

Λεξικό Δέντρο

upsurge
surge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store