Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Uproar
01
θόρυβος, ταραχή
a situation where there is a lot of noise caused by upset or angry people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
uproars
02
θόρυβος, κραυγή
loud confused noise from many sources
Λεξικό Δέντρο
uproarious
uproar
roar



























