uproar
up
ˈʌp
ap
roar
rɔ:
raw

Ορισμός και σημασία του "uproar"στα αγγλικά

01

θόρυβος, ταραχή

a situation where there is a lot of noise caused by upset or angry people 
uproar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
uproars
02

θόρυβος, κραυγή

loud confused noise from many sources 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uproarious
uproar
roar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store