to blast off
blast
blɑ:st
μπλαστ
off
ɒf
οφ
blastoff

Ορισμός και σημασία του "blast off"στα αγγλικά

to blast off
01

to launch with great force, as a rocket or spacecraft from its launch pad 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
ενεστώτας
blasting off
απλός αόριστος
blasted off
παθητική μετοχή
blasted off
Παραδείγματα
The rocket is scheduled to blast off at 6:00 AM local time. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store