Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unyoke
01
απελευθερώνω, ξεζεύγω
to remove or release from a restraint or burden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unyoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
unyokes
ενεστώτα μετοχή
unyoking
απλός αόριστος
unyoked
παθητική μετοχή
unyoked
Παραδείγματα
The farmer unyokes the oxen after they finish plowing the field.
Ο αγρότης ξεζεύγνει τα βόδια αφού τελειώσουν το όργωμα του χωραφιού.
Λεξικό Δέντρο
unyoke
yoke



























