to unyoke
un
ʌn
an
yoke
ˈjəʊk
yewk
revokestrokedecokeinvoke

Ορισμός και σημασία του "unyoke"στα αγγλικά

to unyoke
01

απελευθερώνω, ξεζεύγω

to remove or release from a restraint or burden 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unyoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
unyokes
ενεστώτα μετοχή
unyoking
απλός αόριστος
unyoked
παθητική μετοχή
unyoked
Παραδείγματα
The farmer unyokes the oxen after they finish plowing the field. 

Ο αγρότης ξεζεύγνει τα βόδια αφού τελειώσουν το όργωμα του χωραφιού.

Λεξικό Δέντρο

unyoke
yoke
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store