to unyoke
Pronunciation
/ʌnjˈoʊk/

Ορισμός και σημασία του "unyoke"στα αγγλικά

to unyoke
01

απελευθερώνω, ξεζεύγω

to remove or release from a restraint or burden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unyoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
unyokes
ενεστώτα μετοχή
unyoking
απλός αόριστος
unyoked
παθητική μετοχή
unyoked
Παραδείγματα
If the workload becomes too heavy, we will need to unyoke some of our responsibilities.
Εάν το φόρτο εργασίας γίνει πολύ βαρύς, θα χρειαστεί να απαλλαγούμε από μερικές από τις ευθύνες μας.

Λεξικό Δέντρο

unyoke
yoke
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store