Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unwrap
01
αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω
make known to the public information that was previously known only to a few people or that was meant to be kept a secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unwrap
γ΄ ενικό πρόσωπο
unwraps
ενεστώτα μετοχή
unwrapping
απλός αόριστος
unwrapped
παθητική μετοχή
unwrapped
02
ξετυλίγω, αποσυμπιέζω
remove the outer cover or wrapping of
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unwrap
wrap



























