Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blanket
01
πάπλωμα, κουβέρτα
a large piece of fabric made of wool, cotton, or other materials that is used to keep warm or to provide comfort, used on beds, sofas, chairs, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blankets
Παραδείγματα
She wrapped herself in a warm blanket while watching her favorite movie on a chilly evening.
Τυλίχτηκε σε μια ζεστή κουβέρτα ενώ παρακολουθούσε την αγαπημένη της ταινία μια κρύα βραδιά.
02
κουβέρτα, κάλυμμα
anything that covers or envelops a surface, area, or situation completely
Παραδείγματα
A blanket of fog enveloped the entire city in the early morning.
Μια κουβέρτα ομίχλης σκέπασε ολόκληρη την πόλη νωρίς το πρωί.
03
κουβέρτα, στρώμα μολύβδου
a layer of lead surrounding the highly reactive core of a nuclear reactor
to blanket
01
καλύπτω, τυλίγω
to cover something completely, as if with a blanket
Transitive: to blanket a surface or area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blanket
γ΄ ενικό πρόσωπο
blankets
ενεστώτα μετοχή
blanketing
απλός αόριστος
blanketed
παθητική μετοχή
blanketed
Παραδείγματα
The snowfall continued to blanket the landscape in a layer of pristine white.
Το χιονόπτωση συνέχισε να καλύπτει το τοπίο με ένα στρώμα παρθένου λευκού.
blanket
01
γενικός, καθολικός
applying to or covering all cases, instances, or individuals without exceptions or distinctions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new policy imposed a blanket ban on smoking across the entire campus.
Η νέα πολιτική επέβαλε γενική απαγόρευση του καπνίσματος σε όλη την πανεπιστημιούπολη.



























