Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
untroubled
01
ανέμελος, ήρεμος
not beset by troubles or disturbance or distress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untroubled
συγκριτικός βαθμός
more untroubled
διαβαθμίσιμο
02
ανέμελος, ήρεμος
experiencing a lack of disturbance, worry, or anxiety
Παραδείγματα
The serene landscape and quiet surroundings left him untroubled, providing a much-needed break from city life.
Το γαλήνιο τοπίο και οι ήσυχοι περιβάλλοντες χώροι τον άφησαν ανέπαφο, προσφέροντάς του μια απαραίτητη διακοπή από την αστική ζωή.
03
ανέμελος, ήρεμος
free from turmoil or worries
Λεξικό Δέντρο
untroubled
troubled
trouble



























