Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
untroubled
01
ανέμελος, ήρεμος
not beset by troubles or disturbance or distress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untroubled
συγκριτικός βαθμός
more untroubled
διαβαθμίσιμο
02
ανέμελος, ήρεμος
experiencing a lack of disturbance, worry, or anxiety
Παραδείγματα
The soothing music created an atmosphere of calm, leaving the listeners untroubled by their worries.
Η ηρεμιστική μουσική δημιούργησε μια ατμόσφαιρα ηρεμίας, αφήνοντας τους ακροατές ανέμελους από τις ανησυχίες τους.
03
ανέμελος, ήρεμος
free from turmoil or worries
Λεξικό Δέντρο
untroubled
troubled
trouble



























