Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsuitable
01
ακατάλληλος, ανάρμοστος
not appropriate or fitting for a particular purpose or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsuitable
συγκριτικός βαθμός
more unsuitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The attire he wore was unsuitable for the formal dinner.
Το ρούχο που φορούσε ήταν ακατάλληλο για το επίσημο δείπνο.
02
ακατάλληλος, ανάρμοστος
not conducive to good moral development
03
ακατάλληλος, ανάξιος
not worthy of being chosen (especially as a spouse)
04
μη εφαρμόσιμος, ακατάλληλος
not capable of being applied
05
ακατάλληλος, ανάρμοστος
reach or come to rest
Λεξικό Δέντρο
unsuitable
suitable
suit



























