unsought
un
ʌn
αν
sought
sɔt
σοτ
/ʌnsˈɔːt/

Ορισμός και σημασία του "unsought"στα αγγλικά

01

αζήτητος, μη ζητηθείς

not looked for or requested
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsought
συγκριτικός βαθμός
more unsought
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave unsought praise to the team for their effort.
Έδωσε αζήτητα εύσημα στην ομάδα για την προσπάθειά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store