unsought
un
ʌn
an
sought
ˈsɔ:t
sawt
unthoughtuntaught

Ορισμός και σημασία του "unsought"στα αγγλικά

01

αζήτητος, μη ζητηθείς

not looked for or requested 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsought
συγκριτικός βαθμός
more unsought
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attention, desire, interaction
Παραδείγματα
The unsought advice from a stranger felt intrusive. 

Η αζήτητη συμβουλή από έναν άγνωστο φάνηκε επιθετική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsought
sought
seek
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store