Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsociable
01
ακοινώνητος, λιγάκι κοινωνικός
not enjoying or seeking the company of others, preferring to be alone instead
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsociable
συγκριτικός βαθμός
more unsociable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unsociable behavior worried his family.
Η ακοινώνητη συμπεριφορά του ανησύχησε την οικογένειά του.



























