Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unquestioned
01
αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος
accepted without doubt or dispute
Παραδείγματα
Their unquestioned commitment to the cause inspired others to join.
Η αναμφισβήτητη δέσμευσή τους για τον σκοπό ενέπνευσε άλλους να συμμετάσχουν.



























