unproven
unproven
ʌnpru:vən
anproovēn
proven

Ορισμός και σημασία του "unproven"στα αγγλικά

01

αναπόδεικτος, μη επαληθευμένος

not proved 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unproven
συγκριτικός βαθμός
more unproven
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store