unmoved
un
ʌn
αν
moved
ˈmuvd
μουβντ
/ʌnmˈuːvd/

Ορισμός και σημασία του "unmoved"στα αγγλικά

01

ατάραχος, ασυγκίνητος

emotionally unmoved
02

ακίνητος, αμετάβλητος

not shifted, displaced, or altered in location
Παραδείγματα
We marveled at the unmoved rocks that had survived the landslide.
Θαυμάσαμε τις ακίνητες πέτρες που είχαν επιζήσει από τη κατολίσθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store