Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmistakably
01
αναμφίβολα, σαφώς
in a way that cannot be confused or misunderstood
Παραδείγματα
The company 's commitment to quality was unmistakably demonstrated in the durability and craftsmanship of its products.
Η δέσμευση της εταιρείας για ποιότητα αποδείχθηκε αναμφίβολα στη διαρκία και την κατασκευή των προϊόντων της.
02
αναμφισβήτητα, σαφώς
in a signal manner
Λεξικό Δέντρο
unmistakably
unmistakable
mistakable
mistake



























