Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmistakably
01
αναμφίβολα, σαφώς
in a way that cannot be confused or misunderstood
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The signature style of the renowned artist was unmistakably present in the vibrant and dynamic painting.
Το χαρακτηριστικό στυλ του διακεκριμένου καλλιτέχνη ήταν αναμφίβολα παρόν στη ζωηρή και δυναμική ζωγραφική.
02
αναμφισβήτητα, σαφώς
in a signal manner
Λεξικό Δέντρο
unmistakably
unmistakable
mistakable
mistake



























