Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmistakable
01
αναμφίβολος, σαφής
clearly identifiable and impossible to confuse with anything else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmistakable
συγκριτικός βαθμός
more unmistakable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unmistakable look of determination on his face showed that he was ready to face any challenge.
Το αναμφίβολο βλέμμα αποφασιστικότητας στο πρόσωπό του έδειχνε ότι ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε πρόκληση.
Λεξικό Δέντρο
unmistakably
unmistakable
mistakable
mistake



























