Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmistakable
01
αναμφίβολος, σαφής
clearly identifiable and impossible to confuse with anything else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmistakable
συγκριτικός βαθμός
more unmistakable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her unmistakable talent for storytelling captivated the audience's attention.
Το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της στην αφήγηση συνεπήρε την προσοχή του κοινού.
Λεξικό Δέντρο
unmistakably
unmistakable
mistakable
mistake



























