Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmediated
01
άμεσος, χωρίς μεσάζοντα
physical efforts to oppose a lawful arrest; the resistance is classified as assault and battery upon the person of the police officer attempting to make the arrest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, action, conflict
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unmediated
mediated



























