unlovable
un
ʌn
an
lo
la
vable
vəbl
vēbl
unprovableunmovableunlivableunlikable

Ορισμός και σημασία του "unlovable"στα αγγλικά

01

δύσκολος να αγαπηθεί, που δεν εμπνέει αγάπη ή ζεστασιά

difficult to love or not likely to inspire affection or warmth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unlovable
συγκριτικός βαθμός
more unlovable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, character, relationships

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unlovable
lovable
love
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store