Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blackened
01
μαυρισμένος, μελανιασμένος
having a dark, bruised appearance, especially due to blood or injury
Παραδείγματα
His blackened hands were covered in soot from the fire.
Τα μαυρισμένα του χέρια ήταν καλυμμένα με αιθάλη από τη φωτιά.
02
μαυρισμένος, κατακουρκουτισμένος και μαγειρεμένος σε υψηλή θερμοκρασία
heavily seasoned with spices and then cooked at high heat until the spices form a dark, crusty coating on the surface of the food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blackened
συγκριτικός βαθμός
more blackened
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
blackened
blacken
black



























