unlighted
un
ʌn
an
ligh
ˈlaɪ
lai
ted
tɪd
tid
unlimitedunlistedunsighted

Ορισμός και σημασία του "unlighted"στα αγγλικά

01

μη αναμμένο, μη καμένο

not set afire or burning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unlighted
συγκριτικός βαθμός
more unlighted
διαβαθμίσιμο
02

αφώτιστος, χωρίς φως

not illuminated or having no light 
Παραδείγματα
The unlighted parking lot felt deserted and eerie. 

Το αφώτιστο πάρκινγκ φαινόταν εγκαταλελειμμένο και ανατριχιαστικό.

Λεξικό Δέντρο

unlighted
lighted
light
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store