unlighted
Pronunciation
/ʌnlˈaɪɾᵻd/

Ορισμός και σημασία του "unlighted"στα αγγλικά

01

μη αναμμένο, μη καμένο

not set afire or burning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unlighted
συγκριτικός βαθμός
more unlighted
διαβαθμίσιμο
02

αφώτιστος, χωρίς φως

not illuminated or having no light
Παραδείγματα
The unlighted windows of the house suggested no one was home.
Τα αφώτιστα παράθυρα του σπιτιού υποδείκνυαν ότι δεν ήταν κανείς στο σπίτι.

Λεξικό Δέντρο

unlighted
lighted
light
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store