Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unlighted
01
μη αναμμένο, μη καμένο
not set afire or burning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unlighted
συγκριτικός βαθμός
more unlighted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fire, state, objects
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unlighted
lighted
light



























