Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unlade
01
ξεφορτώνω, αδειάζω
remove the load from (a container or vehicle)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unlade
γ΄ ενικό πρόσωπο
unlades
ενεστώτα μετοχή
unlading
απλός αόριστος
unladed
παθητική μετοχή
unladed
Λεξικό Δέντρο
unlade
lade



























