unleaded
unleaded
ʌnlɛdɪd
anledid
unlearnedunheadedunshadedungraded

Ορισμός και σημασία του "unleaded"στα αγγλικά

01

χωρίς μόλυβδο, χωρίς μόλυβδο

not containing lead 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fuel, chemistry, automotive
Παραδείγματα
Most cars today run on unleaded gasoline. 

Τα περισσότερα αυτοκίνητα σήμερα λειτουργούν με βενζίνη χωρίς μόλυβδο.

02

χωρίς διάστιχο, μη διαστιχισμένο

not having spacing strips between lines of type 
Παραδείγματα
The printer produced unleaded text for the brochure. 

Ο εκτυπωτής παρήγαγε κείμενο χωρίς διάστιχο για το φυλλάδιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unleaded
leaded
lead
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store