unlawfully
un
ˌʌn
an
law
ˈlɔ:
law
fu
lly
li
li
lawfully

Ορισμός και σημασία του "unlawfully"στα αγγλικά

01

παράνομα, με τρόπο αντίθετο προς το νόμο

in a way that opposes the law 
unlawfully definition and meaning
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
The company was accused of unlawfully disposing of hazardous waste. 

Η εταιρεία κατηγορήθηκε για παράνομη απόρριψη επικίνδυνων αποβλήτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unlawfully
lawfully
lawful
law
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store