Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unkempt
01
ατημέλητος, απεριποίητος
(of hair) not brushed or cut neatly
Παραδείγματα
He appeared at the meeting with unkempt hair, looking like he ’d overslept.
Εμφανίστηκε στη συνάντηση με ατημέλητα μαλλιά, φαινόμενος σαν να είχε κοιμηθεί παραπάνω.
02
ατημέλητος, απεριποίητος
(of an appearance) not washed, neat, or cared for
Παραδείγματα
The once-elegant mansion now appeared unkempt, its grandeur fading over the years.
Το κάποτε κομψό αρχοντικό τώρα φαινόταν ατημέλητο, η μεγαλοπρέπειά του ξεθώριαζε με τα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
unkemptness
unkempt
kempt



























