unkempt
Pronunciation
/ənˈkɛmpt/

Ορισμός και σημασία του "unkempt"στα αγγλικά

01

ατημέλητος, απεριποίητος

(of hair) not brushed or cut neatly
unkempt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unkempt
συγκριτικός βαθμός
more unkempt
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He appeared at the meeting with unkempt hair, looking like he ’d overslept.
Εμφανίστηκε στη συνάντηση με ατημέλητα μαλλιά, φαινόμενος σαν να είχε κοιμηθεί παραπάνω.
02

ατημέλητος, απεριποίητος

(of an appearance) not washed, neat, or cared for
Παραδείγματα
The once-elegant mansion now appeared unkempt, its grandeur fading over the years.
Το κάποτε κομψό αρχοντικό τώρα φαινόταν ατημέλητο, η μεγαλοπρέπειά του ξεθώριαζε με τα χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store