univocal
u
ju:
yoo
ni
ˈnɪ
ni
vo
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "univocal"στα αγγλικά

01

μονοσήμαντος, αναμφίβολος

having only a single unmistakable meaning or interpretation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most univocal
συγκριτικός βαθμός
more univocal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The terms of the contract were carefully drafted to be univocal, ensuring there would be no confusion or misunderstandings. 

Οι όροι της σύμβασης σχεδιάστηκαν προσεκτικά για να είναι σαφείς, διασφαλίζοντας ότι δεν θα υπήρχε σύγχυση ή παρεξηγήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store