uninviting
Pronunciation
/ˌənɪnˈvaɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "uninviting"στα αγγλικά

uninviting
01

απρόσκλητος, αφιλόξενος

(of a place) unpleasant and offering no appeal or comfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uninviting
συγκριτικός βαθμός
more uninviting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The uninviting weather made them reconsider their picnic plans.
Ο απρόσκλητος καιρός τους έκανε να επανεξετάσουν τα σχέδιά τους για πικνίκ.
02

αποθαρρυντικός, μη δελεαστικός

lacking allure, interest, or warmth
Παραδείγματα
The menu looked uninviting, with few appealing options.
Το μενού φαινόταν μη δελεαστικό, με λίγες ελκυστικές επιλογές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store