Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uninviting
01
απρόσκλητος, αφιλόξενος
(of a place) unpleasant and offering no appeal or comfort
Παραδείγματα
The uninviting weather made them reconsider their picnic plans.
Ο απρόσκλητος καιρός τους έκανε να επανεξετάσουν τα σχέδιά τους για πικνίκ.
02
αποθαρρυντικός, μη δελεαστικός
lacking allure, interest, or warmth
Παραδείγματα
The menu looked uninviting, with few appealing options.
Το μενού φαινόταν μη δελεαστικό, με λίγες ελκυστικές επιλογές.
Λεξικό Δέντρο
uninviting
inviting
invite



























