Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uninviting
01
απρόσκλητος, αφιλόξενος
(of a place) unpleasant and offering no appeal or comfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uninviting
συγκριτικός βαθμός
more uninviting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The abandoned house looked dark and uninviting.
Το εγκαταλειμμένο σπίτι φαινόταν σκοτεινό και απρόσκλητο.
02
αποθαρρυντικός, μη δελεαστικός
lacking allure, interest, or warmth
Παραδείγματα
The offer seemed uninviting, with low pay and long hours.
Η προσφορά φαινόταν μη δελεαστική, με χαμηλή αμοιβή και μεγάλες ώρες.
Λεξικό Δέντρο
uninviting
inviting
invite



























