Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unilateralist
01
μονομερής, υπέρμαχος του μονομερισμού
an advocate of unilateralism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unilateralists
unilateralist
01
μονομερής, υποστηρικτής της μονομερούς πολιτικής
supporting action by one country alone without waiting for others to act
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most unilateralist
συγκριτικός βαθμός
more unilateralist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Unilateralist decisions often attract both domestic and foreign debate.
Οι μονόπλευρες αποφάσεις συχνά προσελκύουν τόσο εγχώριες όσο και ξένες συζητήσεις.
Λεξικό Δέντρο
unilateralist
unilateral



























