unilateralist
u
ˌju:
γου
ni
νι
la
ˈlæ
λαι
te
τα
ra
ρα
list
lɪst
λιστ

Ορισμός και σημασία του "unilateralist"στα αγγλικά

01

μονομερής, υπέρμαχος του μονομερισμού

an advocate of unilateralism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
unilateralists
unilateralist
01

μονομερής, υποστηρικτής της μονομερούς πολιτικής

supporting action by one country alone without waiting for others to act 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most unilateralist
συγκριτικός βαθμός
more unilateralist
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, diplomacy, policy
Παραδείγματα
The government adopted a unilateralist approach to disarmament. 

Η κυβέρνηση υιοθέτησε μια μονομερή προσέγγιση στον αφοπλισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unilateralist
unilateral
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store