Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unify
01
ενοποιώ, ενώνω
to join things together into one
Transitive: to unify two or more things
Παραδείγματα
The school plans to unify its two campuses next year.
Το σχολείο σχεδιάζει να ενοποιήσει τις δύο πανεπιστημιουπόλεις του τον επόμενο χρόνο.
02
ενοποιώ, ενώνω
to become whole or united
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unify
γ΄ ενικό πρόσωπο
unifies
ενεστώτα μετοχή
unifying
απλός αόριστος
unified
παθητική μετοχή
unified
Παραδείγματα
The various groups will unify under a single banner for the protest.
Οι διάφορες ομάδες θα ενωθούν υπό μία σημαία για τη διαμαρτυρία.
Λεξικό Δέντρο
disunify
reunify
unification
unify
unite



























