uniform
Pronunciation
/ˈjuːnɪˌfɔːrm/

Ορισμός και σημασία του "uniform"στα αγγλικά

01

στολή

the special set of clothes that all members of an organization or a group wear at work, or children wear at a particular school
uniform definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
uniforms
Παραδείγματα
The students wear a school uniform every day.
Οι μαθητές φοράνε μια σχολική στολή κάθε μέρα.
01

ομοιόμορφος, σταθερός

consistent in form or character
uniform definition and meaning
Παραδείγματα
The athlete maintained a uniform training regimen to prepare for the competition.
Ο αθλητής διατήρησε ένα ομοιόμορφο πρόγραμμα προπόνησης για να προετοιμαστεί για τον διαγωνισμό.
02

ομοιόμορφος, ίδιος

characterized by consistency and sameness across all instances

single

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uniform
συγκριτικός βαθμός
more uniform
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher applied a uniform grading system to all assignments.
Ο δάσκαλος εφάρμοσε ένα ομοιόμορφο σύστημα βαθμολόγησης σε όλες τις εργασίες.
03

ομοιόμορφος, ομογενής

the same throughout in structure or composition
04

ομοιόμορφος, ισοκατανεμημένος

evenly spaced
to uniform
01

εξοπλίζω με στολές, παρέχω στολές

provide with uniforms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uniform
γ΄ ενικό πρόσωπο
uniforms
ενεστώτα μετοχή
uniforming
απλός αόριστος
uniformed
παθητική μετοχή
uniformed

Λεξικό Δέντρο

uniformise
uniformity
uniformize
uniform
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store