Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Uniform
uniform
01
ομοιόμορφος, σταθερός
consistent in form or character
Παραδείγματα
The athlete maintained a uniform training regimen to prepare for the competition.
Ο αθλητής διατήρησε ένα ομοιόμορφο πρόγραμμα προπόνησης για να προετοιμαστεί για τον διαγωνισμό.
Παραδείγματα
The teacher applied a uniform grading system to all assignments.
Ο δάσκαλος εφάρμοσε ένα ομοιόμορφο σύστημα βαθμολόγησης σε όλες τις εργασίες.
03
ομοιόμορφος, ομογενής
the same throughout in structure or composition
04
ομοιόμορφος, ισοκατανεμημένος
evenly spaced
to uniform
01
εξοπλίζω με στολές, παρέχω στολές
provide with uniforms
Λεξικό Δέντρο
uniformise
uniformity
uniformize
uniform



























