Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Uniform
01
στολή
the special set of clothes that all members of an organization or a group wear at work, or children wear at a particular school
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
uniforms
Παραδείγματα
The students wear a school uniform every day.
Οι μαθητές φοράνε μια σχολική στολή κάθε μέρα.
uniform
01
ομοιόμορφος, σταθερός
consistent in form or character
Παραδείγματα
The athlete maintained a uniform training regimen to prepare for the competition.
Ο αθλητής διατήρησε ένα ομοιόμορφο πρόγραμμα προπόνησης για να προετοιμαστεί για τον διαγωνισμό.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uniform
συγκριτικός βαθμός
more uniform
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher applied a uniform grading system to all assignments.
Ο δάσκαλος εφάρμοσε ένα ομοιόμορφο σύστημα βαθμολόγησης σε όλες τις εργασίες.
03
ομοιόμορφος, ομογενής
the same throughout in structure or composition
04
ομοιόμορφος, ισοκατανεμημένος
evenly spaced
to uniform
01
εξοπλίζω με στολές, παρέχω στολές
provide with uniforms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uniform
γ΄ ενικό πρόσωπο
uniforms
ενεστώτα μετοχή
uniforming
απλός αόριστος
uniformed
παθητική μετοχή
uniformed
Λεξικό Δέντρο
uniformise
uniformity
uniformize
uniform



























