Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unified
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unified
συγκριτικός βαθμός
more unified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city implemented a unified public transportation system to streamline commuting.
Η πόλη εφάρμοσε ένα ενοποιημένο σύστημα δημόσιας συγκοινωνίας για να απλοποιήσει τις μετακινήσεις.
02
ενοποιημένος, ενωμένος
operating as a unit
Λεξικό Δέντρο
unified
unify
unite



























