Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unified
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unified
συγκριτικός βαθμός
more unified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team presented a unified front during the negotiations.
Η ομάδα παρουσίασε ένα ενωμένο μέτωπο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
02
ενοποιημένος, ενωμένος
operating as a unit
Λεξικό Δέντρο
unified
unify
unite



























