unified
u
ˈju:
yoo
ni
nɪ
ni
fied
faɪd
faid

Ορισμός και σημασία του "unified"στα αγγλικά

01

ενωμένος, ενοποιημένος

brought together or combined into a single, cohesive entity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unified
συγκριτικός βαθμός
more unified
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cohesion, organization, society
Παραδείγματα
The team presented a unified front during the negotiations. 

Η ομάδα παρουσίασε ένα ενωμένο μέτωπο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

02

ενοποιημένος, ενωμένος

operating as a unit 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unified
unify
unite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store