Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unhesitatingly
01
χωρίς δισταγμό, αμέσως
in a way that shows no pause, doubt, or reluctance before acting or speaking
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She unhesitatingly accepted the offer.
Αυτή χωρίς δισταγμό δέχτηκε την προσφορά.
Λεξικό Δέντρο
unhesitatingly
hesitatingly
...
hesit



























