Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unhip
01
ξεπερασμένος, μη μοντέρνος
not following the fashion of the day and unaware of the latest trends
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unhip
συγκριτικός βαθμός
more unhip
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unhip
hip



























