unguent
Pronunciation
/ˈʌnɡənt/

Ορισμός και σημασία του "unguent"στα αγγλικά

01

αλοιφή, βάμμα

a type of medicinal or healing ointment or salve applied to the skin
unguent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unguents
Παραδείγματα
The pharmacist recommended a strong unguent to treat the persistent rash.
Ο φαρμακοποιός συνέστησε ένα δυνατό αλοιφή για τη θεραπεία της επίμονης εξάνθημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store