Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungual
01
ονυχιακός, σχετικός με τα νύχια ή τα νύχια των ζώων
related to or associated with the nails or claws of animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, biology, animals
LanGeek



























