black pepper
black
ˈblæk
blāk
pe
pe
pper

Ορισμός και σημασία του "black pepper"στα αγγλικά

01

μαύρο πιπέρι, τριμμένο μαύρο πιπέρι

a black spice that is used in cooking to give food a spicy flavor 
black pepper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
black peppers
Παραδείγματα
She sprinkled some freshly ground black pepper on her pasta to enhance its flavor. 

Πάντρεψε λίγο φρεσκοτριμμένο μαύρο πιπέρι στα μακαρόνια της για να ενισχύσει τη γεύση τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store