unfrequented
unf
ˌʌnf
anf
req
ri:k
rik
uen
wɛn
ven
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "unfrequented"στα αγγλικά

unfrequented
01

σπάνια επισκεπτόμενος, έρημος

(of a place) hardly visited 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfrequented
συγκριτικός βαθμός
more unfrequented
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store