Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfrequented
01
σπάνια επισκεπτόμενος, έρημος
(of a place) hardly visited
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfrequented
συγκριτικός βαθμός
more unfrequented
διαβαθμίσιμο



























