Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfortunate
01
ατυχής, θλιβερός
experiencing something bad due to bad luck
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfortunate
συγκριτικός βαθμός
more unfortunate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Unfortunate accidents can happen at any time, which is why it's important to always prioritize safety.
Δυστυχείς ατυχήματα μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, γι' αυτό είναι σημαντικό να δίνετε πάντα προτεραιότητα στην ασφάλεια.
02
άτυχος
not auspicious; boding ill
03
ατυχής, θλιβερός
unsuitable or regrettable
Unfortunate
01
άτυχος, δυστυχισμένος
a person who suffers misfortune
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unfortunates
Λεξικό Δέντρο
unfortunate
fortunate



























